Αξιολόγηση Προγράμματος Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του ΕΚΠΑ από αποφοίτους του

Η Έρευνα υλοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)

Αξιολόγηση Προγράμματος Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του ΕΚΠΑ

1.    Περιγραφή της έρευνας 
Η διαδικτυακή έρευνα αξιολόγησης του Προγράμματος Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του ΕΚΠΑ, που έγινε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), συνιστά μορφή εκ των υστέρων εξωτερικής αξιολόγησης. Η έρευνα έγινε το Μάιο του 2019 σε αποφοίτους προγραμμάτων του E-Learning του ΕΚΠΑ, μέσω ειδικά σχεδιασμένου ερωτηματολογίου, το οποίο συμπλήρωσαν πλήρως 1.919 άτομα. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έγινε μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων της χώρας και ειδικότερα στο πλαίσιο που αφορά στα χαρακτηριστικά και στις πρόσφατες εξελίξεις του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να αναδειχθούν οι σχέσεις των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του προγράμματος και της κατάστασης και των συνθηκών απασχόλησης, αλλά και των κοινωνικών δραστηριοτήτων των ατόμων.

2.    Δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα 
Από τα 1.919 άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα, το 68,8% (1.321 άτομα) ήταν γυναίκες και το 31,2% (598 άτομα) άνδρες. Τούτο είναι συμβατό τόσο με την υψηλότερη συμμετοχή των γυναικών στα επιστημονικά επαγγέλματα, που παρατηρείται στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες, όσο και με το σύνολο των διαπιστώσεων μελετών και ερευνών που αφορούν στη συμμετοχή των ατόμων στη Δια Βίου Μάθηση (ΔΒΜ) και στη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση
1 , συγκριτικά με τους άνδρες. Η πλειονότητά τους (65,0%) αφορά σε άτομα που ανήκουν στις κατεξοχήν παραγωγικές ηλικίες, με το (34,1%) μεταξύ 30-40 ετών, το (31,5%) μεταξύ 40-50 ετών, το 12,0% κάτω των 30 ετών, το 18,2% μεταξύ 50-60 ετών και ένα εξαιρετικά περιορισμένο ποσοστό (4,0%) στις ηλικίες άνω των 60 ετών. Το εκπαιδευτικό τους επίπεδο αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 1, με τη συμμετοχή αυτή σε πολλές περιπτώσεις να συνιστά και αποτέλεσμα των προϋποθέσεων συμμετοχής των προγραμμάτων.

Διάγραμμα 1. Εκπαιδευτικό επίπεδο συμμετασχόντων στα προγράμματα

Το 32,6% είναι απόφοιτοι ΑΕΙ, το 31,6% κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου, που μαζί με τους αποφοίτους ΑΤΕΙ/ΤΕΙ/ΚΑΤΕΕ (13,4%) και τους κατόχους διδακτορικού τίτλου (4,2%) συγκροτούν μία ισχυρή πλειοψηφία (81,9%) αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αποτελούν αυτούς που κατά βάση παρακολουθούν τα σχετικά προγράμματα2. Μικρότερα μερίδια εκπαιδευομένων είναι απόφοιτοι Γενικού Λυκείου (5,4%), ΙΕΚ (5,2%), μεταλυκειακής επαγγελματικής σχολής (2,7%), με ιδιαίτερα περιορισμένα μερίδια να αφορά σε αποφοίτους επαγγελματικού λυκείου -ΕΠΑΛ- (1,8%) και αποφοίτους κολλεγίων (2,3%).
Αναφορικά με τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά και ειδικότερα με την κατάσταση απασχόλησής τους, το 80,5% είναι απασχολούμενοι, το 8,3% άνεργοι, το 3,8% σπουδαστές, το 1,8% συνταξιούχοι, το 1,1% άτομα που ασχολούνται με το νοικοκυριό, και το 4,5% άλλο. Ως προς τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, το 17,6% απασχολείται στην εκπαίδευση, το 14,9%  στην παροχή άλλων υπηρεσιών, το 9,6% στην υγεία και κοινωνική μέριμνα, το 3,7% στη δημόσια διοίκηση, το 3,2% στο εμπόριο, το 2,5% στις τράπεζες και ασφάλειες, το 2,4% στα ξενοδοχεία – εστιατόρια, το 1,7% στην ενημέρωση και επικοινωνία, το 1,2% στη μεταφορά – αποθήκευση, με τους υπόλοιπους να μη δηλώνουν κλάδο. Η ιδιαίτερα περιορισμένη παρουσία εκπαιδευομένων από τούς κλάδους της μεταποίησης και των κατασκευών συνδέεται ασφαλώς με την περιορισμένη παρουσία σε αυτούς αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά ενδεχομένως και με τις συνθήκες απασχόλησής τους που δεν ευνοούν τη συμμετοχή τους σε εκπαιδευτικές δράσεις. Ως προς το επάγγελμά τους, το 24,2% είναι εκπαιδευτικοί, το 20,2% υπάλληλοι γραφείου, το 11,9% επαγγελματίες του τομέα υγείας, το 11,0% επαγγελματίες επιχειρήσεων και διοίκησης, το 8,9% ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη, το 6,4% επιστημονικά επαγγέλματα και μηχανικοί, το 3,3% απασχολούμενοι στην παροχή προσωπικών υπηρεσιών, το 2,4% τεχνικοί θετικών επιστημών και μηχανικής, το 2,4% πωλητές, το 1,7% βοηθοί επαγγελματιών διοίκησης, νομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού κλάδου και σε χαμηλότερα ποσοστά άλλα επαγγέλματα
3 . Ως προς τη θέση τους στο επάγγελμα, το 60,4% είναι μισθωτοί, το 9,9% αυτοαπασχολούμενοι, το 5,4% εργοδότες, το 1,1% βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις, με τους υπόλοιπους να μη δηλώνουν. Το 24,9% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα απασχολείται σε μικρές επιχειρήσεις κάτω των 10 τόμων, το 8,8% σε επιχειρήσεις μεταξύ 10-19 ατόμων, το  12,1% σε επιχειρήσεις μεταξύ 20-49 ατόμων, το 12,0% σε επιχειρήσεις 50-249 ατόμων και το 12,1% σε μεγάλες επιχειρήσεις άνω των 250 ατόμων.

3.    Ειδικότερα ευρήματα της έρευνας
Το 73,7% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι μέσα από τη συμμετοχή τους στα προγράμματα απέκτησαν νέες γνώσεις, τις οποίες χρησιμοποιούν στην εργασία τους σε μεγάλο βαθμό (20,2%), σε αρκετό βαθμό (32,0%) και σε περιορισμένο βαθμό (16,3%). Το 63,4% δήλωσαν ότι απέκτησαν νέες δεξιότητες, τις οποίες χρησιμοποιούν (ή αναμένεται να χρησιμοποιήσουν) στην εργασία τους σε μεγάλο βαθμό (21,2%), σε αρκετό βαθμό (33,4%), σε περιορισμένο βαθμό (7,2%), με μόλις το 0,5% εξ αυτών (11 άτομα) να εκτιμούν ότι δεν αναμένεται να χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητες που απέκτησαν
4 . Το είδος των δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν είναι ασφαλώς συνυφασμένο με τις κατηγορίες των προγραμμάτων και αφορά σε γενικές δεξιότητες (32,2%), σε κοινωνικές δεξιότητες (30,9%), σε διοικητικές δεξιότητες (26,5%), όπως επιχειρησιακός σχεδιασμός, έλεγχος ποιότητας, διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, τεχνικές δεξιότητες (20,5%), επιχειρηματικές δεξιότητες (20,0%), όπως στρατηγική σκέψη, χειρισμός κινδύνων, αξιοποίηση και διαχείριση δικτύων, γλωσσικές και πολιτισμικές δεξιότητες (17,7%) και πράσινες δεξιότητες (8,8%), που αφορούν σε προσαρμογές προϊόντων,  υπηρεσιών  και λειτουργιών σε νέες περιβαλλοντικές συνθήκες, απαιτήσεις και κανονισμούς που επιβάλλει η κλιματική αλλαγή, κ.α.
 Ιδιαίτερα σημαντικά, ωστόσο, είναι τα ευρήματα που αφορούν στη συμβολή των γνώσεων και των δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν, καθώς τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα εκτίμησαν ότι οι νέες γνώσεις και οι δεξιότητες τους συνέβαλαν
•    Στη βελτίωση της αποδοτικότητας τους (40,1%), καθώς βοηθήθηκαν να αποδίδουν καλύτερα στη δουλειά τους, γεγονός, που εν  μέρει τουλάχιστον, συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγικότητας των απασχολούμενων. 
•    Σε προσωπικά θέματα (25,0%) που αφορούσαν απόκτηση καινούργιων ενδιαφερόντων, γνωριμία νέων ανθρώπων, κ.α. 
•    Στην ανάθεση νέων καθηκόντων στην εργασία τους (16,0%).
•    Στην εύρεση ή αλλαγή εργασίας (13,1%)
5 .
•    Στην αύξηση των αποδοχών τους (7,4%).
•    Στην προαγωγή στη  δουλειά τους (5,4%). 
Ως προς τα επί μέρους χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα εκτίμησαν ότι τα προγράμματα ήταν κατάλληλα ως προς τη  διάρκεια (78,9%), την ευελιξία (77,6%), το περιεχόμενο (79,7%), το εκπαιδευτικό υλικό (76,1%), τις τεχνικές εκπαίδευσης (67,1%). Ως προς τους εκπαιδευτές τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα εκτίμησαν ότι οι εκπαιδευτές γνώριζαν το αντικείμενό τους (79,0%), παρείχαν βοηθητικά σχόλια στις εργασίες των εκπαιδευομένων (58,2%) και τόνωναν το ενδιαφέρον των εκπαιδευομένων στο αντικείμενο του προγράμματος (50,6%). Επιπρόσθετα, το 84,6% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι θα συμμετείχαν ξανά σε άλλα προγράμματα του E-Learning του ΕΚΠΑ, με τις σημαντικότερες δυσχέρειες για την εκ νέου συμμετοχή τους να αφορούν στην κάλυψη του κόστους εκπαίδευσης (62,4%), στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις (32,1%), σε προσωπικά θέματα (22,4%), στη δυσχέρεια εύρεσης κατάλληλου προγράμματος (21,0%) και στην απουσία υποστήριξης από τον εργοδότη και την επιχείρηση (20,0%). 

 


Ενδεικτική Βιβλιογραφία


- Ευστράτογλου, Α. (2019). Απασχόληση και Επαγγέλματα τον νέο αιώνα στην Ελλάδα.  ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 
- Καραλής, Θ. (2013). Κίνητρα και εμπόδια για τη συμμετοχή των ενηλίκων στη Δια Βίου Εκπαίδευση. ΙΝΕ / ΓΣΕΕ και ΙΜΕ / ΓΣΕΒΕΕ
- ΚΑΝΕΠ. (2019). Εκπαίδευση & απασχόληση στην Ελλάδα - Το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς (2001-2018). Ειδική ερευνητική αναφορά – επικαιροποίηση δεικτών. ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ
- ΚΑΝΕΠ. (2018). Τα βασικά μεγέθη της εκπαίδευσης. Η Ελληνική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ειδική αγωγή και εκπαίδευση. Ετήσια έκθεση 2017-2018. ΚΑΝΕΠ / ΓΣΕΕ
- Παναγιωτίδου, Α. (2014). Η διαδικασία της μάθησης στην εξ αποστάσεως επιμόρφωση των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – εμπειρική έρευνα. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Αγωγής. Αλεξανδρούπολη, Ιούλιος 2014.
- Παπαλαμπρακόπουλος, Π. (2019). Παράγοντες επιτυχίας προγραμμάτων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης με νέες τεχνολογίες στο πλαίσιο της μη τυπικής εκπαίδευσης. Η περίπτωση του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης του Πανεπιστημίου Πατρών. Μεταπτυχιακή Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πάτρα 2019.
- Τσιμπουκλή, Α., Ευστράτογλου, Α. (2016). Προβλήματα μεταφοράς των αποτελεσμάτων της μάθησης στο χώρο εργασίας. Εισήγηση σε συνδιάσκεψη του CEDEFOP.  Θεσσαλονίκη, Μάιος 

 


Σημειώσεις 

[1]     Βλέπε ενδεικτικά στον Καραλή (2013) για τη γενικότερη συμμετοχή στη δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση, στους Παπαλαμπρακόπουλου (2019) και Παναγιωτίδου (2014) για τη συμμετοχή στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση και στις έρευνες του ΚΑΝΕΠ (2018 και 2019)  για τη  ταχύτερη ολοκλήρωση των σπουδών και τις καλύτερες επιδόσεις των γυναικών  στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση συγκριτικά με τους άνδρες. 

[2]     Τα ευρήματα αναφορικά με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα είναι συμβατά με αντίστοιχα μελετών και ερευνών που αφορούν  στη συμμετοχή των ατόμων σε διαδικασίες ΔΒΜ, τόσο ως προς το φύλο, επισημαίνοντας τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών, ως προς την ηλικία, επισημαίνοντας τη χαμηλότερη συμμετοχή ατόμων μεγάλων ηλικιών, λόγω του χαμηλότερου εκπαιδευτικού τους επιπέδου αλλά και των δυσχερειών συμμετοχής τους σε δράσεις ΔΒΜ και ως προς το εκπαιδευτικό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι όσο υψηλότερο το εκπαιδευτικό επίπεδο τόσο μεγαλύτερη η συμμετοχή σε προγράμματα ΔΒΜ. Ειδικότερα για τα προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, που απαιτείται η χρήση  των ηλεκτρονικών μέσων παρακολούθησης αλλά και η εξοικείωση με τις επί μέρους εκπαιδευτικές μεθόδους και τεχνικές, η συσχέτιση  υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και συμμετοχής είναι ακόμη εντονότερη.

[3]    Τα επαγγελματικά αυτά χαρακτηριστικά των ατόμων που συμμετείχαν στα σχετικά προγράμματα,  αντιστοιχούνται, σε σημαντικό βαθμό, με τη διάρθρωση των επαγγελμάτων στη χώρα (βλέπε Ευστράτογλου 2019), παρέχοντας ενδείξεις για εύστοχο σχεδιασμό των σχετικών προγραμμάτων, που ανταποκρίνονται στις  πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

[4]     Ο βαθμός αυτός χρήσης των γνώσεων και των δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν από τη συμμετοχή στα σχετικά προγράμματα θα πρέπει να αξιολογηθεί ως ιδιαίτερα σημαντικός με βάση κυρίως τα προβλήματα μεταφοράς των γνώσεων και των δεξιοτήτων αυτών στην παραγωγή στη χώρα μας (βλέπε Τσιμπουκλή και Ευστράτογλου 2016).

[5]     Λαμβάνοντας υπόψη την ύφεση που επικρατούσε την περίοδο αυτή στη χώρα μας, τη χαμηλή ζήτηση εργασίας και τον χαμηλό αριθμό νέων θέσεων που δημιουργούνταν, και κατά συνέπεια τις σημαντικές δυσχέρειες που εμφανίζονταν στην εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας, η συμβολή αυτή θα πρέπει να εκτιμηθεί ως ιδιαίτερα σημαντική.