Η σύγχρονη κοινωνία ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την τεχνολογία και την αδιάκοπη συνδεσιμότητα. Τα smartphones, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι πλατφόρμες streaming και οι εφαρμογές επικοινωνίας έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, προσφέροντας αμέτρητες δυνατότητες αλλά και δημιουργώντας νέες προκλήσεις. Η υπερσυνδεσιμότητα, αν και παρέχει άμεση πρόσβαση στη γνώση και στη διασκέδαση, οδηγεί συχνά σε υπερβολική χρήση οθονών, μειωμένη συγκέντρωση, επιβάρυνση της ψυχικής υγείας και διάρρηξη της ισορροπίας ανάμεσα στην online και offline ζωή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το digital wellness ή αλλιώς ψηφιακή ευεξία αναδύεται ως ένα νέο πεδίο που στοχεύει να επαναφέρει την ισορροπία, να βελτιώσει τη σχέση μας με την τεχνολογία και να ενισχύσει την ποιότητα της καθημερινότητας.
Η έννοια της ψηφιακής ευεξίας δεν αφορά την αποσύνδεση από τον ψηφιακό κόσμο, αλλά την ορθή και συνειδητή χρήση του. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την καλλιέργεια μιας στάσης ζωής που αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία προς όφελος της μάθησης, της επικοινωνίας και της παραγωγικότητας, χωρίς να αφήνει την υπερβολή να υπονομεύει την ψυχική και σωματική υγεία. Ο όρος digital wellness περιγράφει ακριβώς αυτή την προσπάθεια εξισορρόπησης, προτείνοντας πρακτικές και στρατηγικές που μειώνουν την υπερβολική έκθεση στην οθόνη και δημιουργούν συνθήκες υγιούς αλληλεπίδρασης με την τεχνολογία.
Η ανάγκη για ψηφιακή ευεξία γίνεται εμφανής αν αναλογιστεί κανείς τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον χρόνο που δαπανάται μπροστά από μια οθόνη. Ο μέσος ενήλικας περνά πολλές ώρες ημερησίως σε smartphone, tablet ή υπολογιστή, ενώ η πανδημία της COVID-19 αύξησε ακόμη περισσότερο αυτό το ποσοστό, καθώς η εργασία, η εκπαίδευση και η κοινωνική ζωή μεταφέρθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στον ψηφιακό χώρο. Το φαινόμενο του screen time έχει πλέον καθιερωθεί ως σημαντική παράμετρος που παρακολουθείται από εφαρμογές και πλατφόρμες, υπογραμμίζοντας ότι η παρατεταμένη χρήση οθονών σχετίζεται με ποικίλα προβλήματα, όπως διαταραχές ύπνου, μειωμένη φυσική δραστηριότητα, ψηφιακή κόπωση και αυξημένο stress.
Η ψυχική υγεία επηρεάζεται ιδιαίτερα από την υπερσυνδεσιμότητα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν συχνά ένα κλίμα συνεχούς σύγκρισης, καθώς οι χρήστες εκτίθενται σε «ιδανικές» εικόνες ζωής που μπορεί να εντείνουν συναισθήματα ανεπάρκειας, άγχους ή ακόμη και κατάθλιψης. Η συνεχής ειδοποίηση και η αδιάκοπη ροή πληροφοριών κατακερματίζουν την προσοχή, καθιστώντας δύσκολη την εστίαση σε βαθύτερες, ποιοτικές δραστηριότητες. Η ανάγκη για ψηφιακή ευεξία δεν προκύπτει λοιπόν απλώς ως μια τάση αυτοβελτίωσης, αλλά ως αναγκαιότητα για τη διαφύλαξη της ψυχολογικής ισορροπίας σε ένα περιβάλλον υπερφόρτωσης πληροφορίας.
Στην πράξη, η εφαρμογή του digital wellness περιλαμβάνει μια σειρά από στάδια και πρακτικές που βοηθούν τον άνθρωπο να ανακτήσει τον έλεγχο της ψηφιακής του εμπειρίας. Η πρώτη και ίσως πιο σημαντική διάσταση είναι η αυτοπαρατήρηση. Ο χρήστης χρειάζεται να καταγράψει και να συνειδητοποιήσει πόσο χρόνο περνά μπροστά από τις οθόνες και πώς αυτός ο χρόνος επηρεάζει την καθημερινότητά του. Οι εφαρμογές που μετρούν το screen time προσφέρουν ακριβή δεδομένα και δίνουν τη δυνατότητα στον καθένα να αξιολογήσει αν η χρήση της τεχνολογίας βρίσκεται σε υγιή ή υπερβολικά επίπεδα.
Ακολουθεί η οριοθέτηση. Ο καθορισμός συγκεκριμένων χρονικών ορίων για τη χρήση των συσκευών συμβάλλει στη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης. Αυτό μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, να περιορίζεται η χρήση των social media σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας ή να αποφεύγεται η χρήση οθονών πριν τον ύπνο. Παράλληλα, η δημιουργία «offline ζωνών», όπως η κρεβατοκάμαρα ή το τραπέζι του φαγητού, ενισχύει την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και βοηθά στην καλλιέργεια πιο υγιών συνηθειών.
Η αναπλαισίωση της σχέσης με την τεχνολογία είναι επίσης κομβική. Το digital wellness δεν αφορά την πλήρη αποχή, αλλά την επανακατεύθυνση της χρήσης προς δημιουργικές και εποικοδομητικές δραστηριότητες. Αντί για ατέρμονη περιήγηση σε ειδησεογραφικά sites ή κοινωνικά δίκτυα, ο χρήστης μπορεί να επενδύσει τον χρόνο του σε online μαθήματα, σε ψηφιακά εργαλεία οργάνωσης ή σε εφαρμογές διαλογισμού και mindfulness που ενισχύουν την εσωτερική ισορροπία. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνολογία μετατρέπεται από πηγή περισπασμού σε εργαλείο ανάπτυξης και προσωπικής εξέλιξης.
Η φυσική υγεία συνδέεται επίσης άμεσα με την ψηφιακή ευεξία. Η πολύωρη καθιστική στάση μπροστά σε μια οθόνη προκαλεί μυοσκελετικά προβλήματα, αυχενικό σύνδρομο και καταπόνηση των ματιών. Για τον λόγο αυτό, η ενσωμάτωση μικρών διαλειμμάτων κίνησης, η χρήση εργονομικών καθισμάτων και η εφαρμογή της «κανόνας 20-20-20» (κάθε 20 λεπτά, βλέμμα για 20 δευτερόλεπτα σε απόσταση 20 ποδιών) αποτελούν βασικές στρατηγικές για την προστασία της σωματικής υγείας. Έτσι, το digital wellness αγγίζει όχι μόνο την ψυχολογική αλλά και τη σωματική διάσταση της ευεξίας.
Η έννοια της ισορροπίας ανάμεσα στην online και offline ζωή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε έναν υπερσυνδεδεμένο κόσμο. Η κοινωνική αλληλεπίδραση στο διαδίκτυο μπορεί να προσφέρει αίσθηση κοινότητας, ωστόσο δεν αντικαθιστά την άμεση, φυσική επικοινωνία. Το digital wellness προτείνει την ενίσχυση της offline παρουσίας, μέσα από δραστηριότητες που καλλιεργούν τη δημιουργικότητα, τη σωματική κίνηση και την προσωπική επαφή. Με αυτόν τον τρόπο, η ψηφιακή και η φυσική διάσταση της ζωής συνυπάρχουν αρμονικά, χωρίς η μία να αναιρεί την άλλη.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης γύρω από την ψηφιακή ευεξία. Οι νέες γενιές μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η οθόνη είναι σχεδόν προέκταση του σώματος, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την καλλιέργεια ψηφιακού γραμματισμού. Σχολεία, πανεπιστήμια και οικογένειες χρειάζεται να εντάξουν στην εκπαίδευση πρακτικές που ενισχύουν τη συνειδητή χρήση της τεχνολογίας και διδάσκουν στους νέους πώς να θέτουν όρια. Η γνώση αυτή αποτελεί προληπτική στρατηγική που μπορεί να μειώσει τις επιπτώσεις του ψηφιακού εθισμού και να δημιουργήσει υγιείς σχέσεις με την τεχνολογία από μικρή ηλικία.
Ο διάλογος γύρω από την ψηφιακή ευεξία ενισχύεται και από τις ίδιες τις τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες αναπτύσσουν εργαλεία για τον έλεγχο του χρόνου χρήσης και την παρακολούθηση των συνηθειών. Παράλληλα, κυβερνητικοί και επιστημονικοί φορείς διερευνούν το ζήτημα σε επίπεδο δημόσιας υγείας, αναγνωρίζοντας ότι η υπερβολική χρήση οθονών μπορεί να εξελιχθεί σε κοινωνικό πρόβλημα. Η ανάπτυξη ενός πλαισίου που θα ενισχύει την ισορροπία ανάμεσα στην ψηφιακή και την πραγματική ζωή αποτελεί πλέον προτεραιότητα.
Η ψηφιακή ευεξία δεν είναι μια απλή μόδα, αλλά μια αναγκαιότητα της εποχής. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία είναι πανταχού παρούσα, η ικανότητα να διαχειριζόμαστε συνειδητά τον χρόνο μας online και να προστατεύουμε την ψυχική και σωματική μας υγεία είναι θεμελιώδης δεξιότητα. Το digital wellness προσφέρει το πλαίσιο για να ανακτήσουμε τον έλεγχο, να μειώσουμε το περιττό screen time και να δημιουργήσουμε μια πιο ουσιαστική σχέση με την τεχνολογία. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, ο υπερσυνδεδεμένος κόσμος δεν μετατρέπεται σε απειλή, αλλά σε ευκαιρία για ανάπτυξη, δημιουργία και ισορροπία.
Δες και αυτά που μπορεί να σε ενδιαφέρουν:
Οργανωσιακή Συμπεριφορά και Ηγεσία | E-Learning Πανεπιστήμιο Αθηνών
Φιλοσοφική Συμβουλευτική μέσω Καλλιτεχνικών Εφαρμογών | E-Learning Πανεπιστήμιο Αθηνών
Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία: Θεωρία και Κλινική Πράξη | E-Learning Πανεπιστήμιο Αθηνών
Άγχος και Κατάθλιψη: Ψυχοεκπαίδευση και Διαχείριση | E-Learning Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ομάδα E-Learning ΕΚΠΑ